ροπή

Ροπή ενός ανύσματος (π.χ. μιας δύναμης, μιας ταχύτητας, μιας ώσης), ως προς ένα σημείο, είναι το γινόμενο του μεγέθους του ανύσματος επί την απόσταση της ευθείας εφαρμογής του από το ορισμένο σημείο. Ο ορισμός αυτός επεκτείνεται και στη ρ. ως προς άξονα που διέρχεται από το σημείο και είναι κάθετος στο επίπεδο επί του οποίου βρίσκεται το άνυσμα και το θεωρούμενο σημείο. Γενικότερα, η ρ. ενός ανύσματος ως προς ένα άξονα ορίζεται ως η ρ. ως προς τον άξονα αυτόν της συνιστώσης του ανύσματος που κείται σε ένα επίπεδο κάθετο ως προς τον δοθέντα άξονα οφείλεται στη ρ. της δύναμης ως προς τον άξονα. Αν θέλουμε να περιστρέψουμε ένα σώμα γύρω από ένα άξονα (π.χ. μια θύρα γύρω από τους στροφείς της) πρέπει να ωθήσουμε με μια δύναμη τόσο μεγαλύτερη όσο πιο κοντινό είναι προς τον άξονα το σημείο εφαρμογής της δύναμης· η περιστροφή του σώματος γύρω από τον άξονα οφείλεται στη ρ. της δύναμης ως προς τον άξονα. Η έννοια της ρ. μιας δύναμης βρίσκει σημαντική εφαρμογή στους νόμους ισορροπίας του μοχλού. Κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν που έγινε με μια δύναμη, μπορεί να οριστεί η ρ. της ορμής ως προς ένα άξονα ως το γινόμενο του μεγέθους της ορμής ενός σώματος επί την απόστασή του από τον άξονα. Από τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα (δύναμη = μάζα x επιτάχυνση), μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μεταβολή στη μονάδα του χρόνου της ρ. της ορμής ενός αντικείμενου ως προς ένα άξονα ισούται προς τη Ρ., ως προς τον αυτό άξονα, της δύναμης η οποία δρα επί του αντικείμενου. Στην περίπτωση ενός μηχανικού συστήματος, ελεύθερου από εξωτερικές δυνάμεις, από τον τρίτο νόμο του Νεύτωνα (σε κάθε δράση αντιστοιχεί μια ίση και αντίθετη αντίδραση) προκύπτει ότι η ολική ρ. της ορμής πρέπει να είναι σταθερή. Ένας αθλητής ο οποίος εκτοξεύεται στον αέρα, για να εκτελέσει ένα πήδημα του θανάτου, συσπειρώνεται· έτσι ελαττώνει τη μέση απόσταση των μαζών του σώματος του από τον άξονα περιστροφής και, κατά συνέπεια, επειδή πρέπει να μείνει σταθερή η ρ. της ορμής, αυξάνεται η ταχύτητα περιστροφής.
* * *
η / ῥοπή, ΝΜΑ
1. το να ρέπει κάτι, το να παρουσιάζει φορά προς τα κάτω, η κλίση προς τα κάτω (α. «τῷ μείζονι βάρει καὶ ῥοπὴ πλείων παρέπεται», Φίλ.
β. «μέχρι τοῡ μέσου τὴν ῥοπὴν ἔχειν», Αριστοτ.)
2. η τάση, η κλίση προς κάτι από προδιάθεση ή από έξη (α. «είχε τη ροπή προς τη χαρτοπαιξία» β. «ἡ ἀπαιδευσία πολλὴν ἐνδίδωσι ῥοπὴν εἰς ἀδικίαν», Κλήμ. Αλ.
γ. «παραφυλακτέον... ἡμῑν μάλιστα τοῑς ἐν Χριστῷ τὴν εἰς τὰ φαῡλα ῥοπὴν», Κύ ριλλ.)
νεοελλ.
1. φυσ. η τάση που έχει μία δύναμη να περιστρέψει το σώμα πάνω στο οποίο ασκείται γύρω από ένα σημείο ή έναν άξονα
2. φρ. α) «ροπή δύναμης γύρω από ένα σημείο»
φυσ. διανυσματικό μέγεθος τού οποίου η διεύθυνση είναι κάθετη στο επίπεδο που ορίζουν το σημείο και η δύναμη, το μέτρο του ισούται με το γινόμενο τού μέτρου τής δύναμης επί την κάθετη απόσταση τού σημείου από τον φορέα τής δύναμης και η φορά του προσδιορίζεται από τον κανόνα τού δεξιόστροφου κοχλία
β) «μαγνητική ροπή μαγνήτη» — το γινόμενο τής ποσότητας μαγνητισμού ενός από τους πόλους τού μαγνήτη επί την απόσταση μεταξύ τών πόλων
γ) «μαγνητική ροπή κυκλώματος» — η ροπή τού μαγνήτη τού ισοδύναμου προς το κύκλωμα ευθύγραμμου μαγνήτη
δ) «μαγνητική ροπή ατόμου» — η συνισταμένη τών μαγνητικών ροπών τών στοιχειωδών ηλεκτρονικών ρευμάτων τού ατόμου
ε) «ηλεκτρική ροπή»
φυσ. η ροπή ηλεκτρικού διπόλου
στ) «ροπή ηλεκτρικού διπόλου
φυσ. το γινόμενο ενός από τα ίσα ηλεκτρικά φορτία τού διπόλου επί την απόσταση μεταξύ τών φορτίων, αλλ. ηλεκτρική ροπή
ζ) «ροπή αδράνειας ως προς κινητό ή ακίνητο άξονα»
φυσ. το μέτρο τής στροφικής αδράνειας ενός σώματος, δηλαδή τής αντίδρασης που εμφανίζει το σώμα στις αλλαγές τής στροφικής του ταχύτητας που επιχειρούνται με την εφαρμογή ροπής και το οποίο ποσοτικά είναι ίσο με το άθροισμα τών γινομένων τής μάζας κάθε στοιχειώδους τμήματος τού σώματος επί την απόστασή του από τον θεωρούμενο άξονα
η) «ροπή διανύσματος ως προς άξονα» — η ροπή τής προβολής τού διανύσματος επί επίπεδο κάθετο προς τον άξονα και τού κάθετου επιπέδου
θ) «ροπή ζεύγους δυνάμεων»
φυσ. διανυσματικό μέγεθος με μέτρο το γινόμενο μιας δύναμης τού ζεύγους επί την μεταξύ τους απόσταση
ι) «ροπή προς εισαγωγές»
(οικον.) η τάση που έχει μια οικονομία να εισάγει προϊόντα από το εξωτερικό και η οποία κατά τον μέσον όρο ισούται με τον λόγο τών εισαγωγών προς το εισόδημα ή το ποσοστό τού εισοδήματος που αντιστοιχεί στις εισαγωγές
ια) «ροπή προς αποταμίευση»
(οικον.) η τάση μιας οικονομικής μονάδας, λ.χ. ατόμου, επιχείρησης ή χώρας, να αποταμιεύει μέρος τού εισοδήματός της και η οποία κατά μέσο όρο ισούται με τον λόγο τής αποταμίευσης προς το εισόδημα
ιβ) «ροπή προς κατανάλωση»
(οικον.) η τάση για διενέργεια καταναλωτικών δαπανών που υπάρχει σε μια οικονομία και η οποία κατά μέσο όρο ισούται με τον λόγο τής κατανάλωσης προς το εισόδημα
ιγ) «ροπή προς επένδυση»
(οικον.) η τάση που υπάρχει σε μια οικονομία για διενέργεια επενδύσεων και η οποία κατά μέσο όρο ισούται με τον λόγο τών επενδύσεων προς το εισόδημα
μσν.
προκαταβολή που εκπίπτει από την τελική πληρωμή
μσν.-αρχ.
1. η στιγμή κατά την οποία γέρνει η ζυγαριά προς ένα μέρος, η κρίσιμη, η αποφασιστική στιγμή (α. «ῥοπὴ δ' ἐπισκοπεῑ δίκαι ταχεῑα τοὺς μὲν ἐν φάει, τὰ δ' ἐν μεταιχμίῳ σκότου», Αισχύλ.
β. «ὑμεῑς ἀσθενεῑς τε καὶ ἐπὶ ῥοπῆς μιᾱς ὄντες», Θουκ.
γ. «τρυτάνης θεοῡ ἀηττήτου ἀήττητον ἔχων ῥοπήν», Μ. Βασ.)
2. απότομη τροπή τής πορείας τών πραγμάτων, ριζική μεταβολή μέσα σε μια στιγμή (α. «σῶμα νοσῶδες μικρᾱς ῥοπῆς... δεῑται προσλαβέσθαι πρὸς τὸ κάμνειν», Πλάτ.
β. «μία ῥοπὴ καὶ ταῡτα πάντα θάνατος διαδέχεται», Νεκρ. Ακολ.)
3. η στιγμή τού θανάτου (α. «ὑστάτην βίου ῥοπὴν αὐτοῑς ἐκείνην δόξαντες εἶναι», ΠΔ
β. «ῥοπὴ βίου μου», Σοφ.
γ. «ῥοπή 'στιν ἡμῶν ὁ βίος», Μέν.)
4. αποφασιστικής σημασίας επίδραση, βοήθεια («μηδεμιᾱς ἀπολαῡσαι φιλανθρωπίας, μηδὲ ροπῆς, μηδὲ βοηθείας», Ιωάνν. Χρυσ.)
5. η θεία βοήθεια, η θεία πρόνοια («οὐκ ἀρκεῑ προθυμία ἀνθρώπου, ἄν μὴ τῆς ἄνωθέν τις ἀπολαύσῃ ῥοπῆς», Ιωάνν. Χρυσ.)
αρχ.
1. έκβαση, αποτέλεσμα (α. «τὴν ναυμαχίαν τὴν ποιήσασαν ῥοπὴν ἄπαντος τοῡ πολέμου», Ισοκρ.
β. «μεγάλην γὰρ ἔσεσθαι τὴν ῥοπήν, εἰ μετὰ Λακεδαιμονίων ἡ τούτων γενήσεται πόλις», Ισοκρ.)
2. ενίσχυση, τόνωση, δυνάμωμα («εἰς ἑκάτερα τὰ μέρη ῥοπὰς λαμβάνοντα τὸν πόλεμον», Πολ.)
3. συμβολή, σημασία («ἡ τῶν ἐπιβατῶν εὐψυχία πλείστην παρέχεται ῥοπὴν εἰς τὸ νικᾱν», Πολ.)
4. επίδραση, επενέργεια («τοιάδ
ἐπ' αὐτοὺς ἦλθε συμφορὰ πάθους, ὡς τοῑσδε καὶ δὶς ἀντισηκῶσαι ῥοπή», Αισχύλ.)
5. φρ. α) «διαστρέφω τὴν ῥοπὴν» — διαταράσσω την ισορροπία
β) «ῥοπὴν ἔχω» — ασκώ επίδραση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ῥοπ- τού ῥέπω*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥοπῇ — ῥοπή turn of the scale fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπή — turn of the scale fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ροπή — η 1. το να κλίνει, να γέρνει κανείς προς τα κάτω, γέρσιμο: Η ζυγαριά του είχε μιαν ελαφρή ροπή προς τα δεξιά. 2. κλίση σε κάτι, τάση: Έχει ροπή στην ψευδολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ροπή — [ропи] оЬа. Θ наклонение, наклон, импульс, наклонность, склонность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ῥοπῆι — ῥοπῇ , ῥοπή turn of the scale fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπαῖς — ῥοπή turn of the scale fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπαί — ῥοπή turn of the scale fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπᾶς — ῥοπή turn of the scale fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπᾷ — ῥοπή turn of the scale fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοπῆς — ῥοπή turn of the scale fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.